ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ

Αυτός, ο όσιος πατέρας μας Μακάριος, πατρίδα είχε την Κίο της Βιθυνίας και γονείς του ήταν οι ευσεβείς Πέτρος και Θεοφιλίνα. Μη έχοντες τα προς το ζην οι γονείς του Μανουήλ (βαπτιστικό όνομα του Αγίου) αποφάσισαν να τον βάλουν να μάθει καμία τέχνη, ώστε να απολαμβάνουν κάποια μικρή βοήθεια. Τον έμαθαν λοιπόν ραπτική και ο Άγιος πρόκοβε.

Ο πατέρας του πηγαίνοντας στην Προύσα αρνήθηκε τον Χριστό. Από εκείνη τη στιγμή που αλλαξμοπίστησε ο πατέρας του Μανουήλ προσπαθούσε να αλλαξοπιστήσει και τον υιό του. Κάποια μέρα πηγαίνοντας ο Μανουήλ στην Προύσα να αγοράσει τα αναγκαία για την τέχνη του, τον βρήκε ο ασεβέστατος πατέρας του και έψαχνε με πολλούς τρόπους να τον απατήσει για χάρη των συμπεπλανημένων ομοπίστων του ή θέλοντας να τον ρίξει στον βόθρος της απωλείας εις τον οποίο έπεσε και αυτός ο ανόητος.

Παρακαλούσε τον Μανουήλ και έλεγε « άκουσέ με, παιδί μου και έλα στον δρόμο όπου εγώ περπατώ για να τιμηθείς και να λάβεις εξουσία από την βασιλεία μας», τότε ο Μανουήλ αποκρίθηκε «ποτέ να μην σε ακούσω σ’ αυτό, πολλοί άνθρωποι είναι σαν εμένα, πατέρας μου είσαι, ναι, σε προσκυνώ, όμως σ’ αυτό δεν κάνω το θέλημά σου ποτέ μου».

Ο πατέρας βλέποντας ότι δεν τον άκουσε ο υιός του, πήγε και τον πρόδωσε στον ηγεμόνα της Προύσας, και ευθύς έτρεξαν συκοφάντες και ψευδομάρτυρες και τον κατηγορούσαν (τον Μανουήλ) πως τάχα υποσχέθηκε να αρνηθεί το Χριστό και να αλλαξοπιστήσει. Βλέποντες το αμετάθετο της γνώμης του, αφού τον χτυπούσαν, του έκαναν περιτομή και τον ένδυσαν φορέματα πράσινα και αφέντες. Ο αληθής δούλος του Χριστού παρ’ όλα αυτά δεν δέχθηκε την θρησκεία τους και βρήκε καιρό και άλλαξε τα φορέματά του και έφυγε εις το Αγιώνυμο Όρος Άθωνος, όπου εκεί εκάρη καλόγερος και μετονομάσθηκε Μακάριος.

Ο Μακάριος περνούσε την ζωή του με πολλή σκληραγωγία και άσκηση, την δε αγία και μεγάλη τεσσαρακοστή πήγε σ’ ένα πνευματικό και εξομολογήθηκε καθαρά όλες του τις αμαρτίες ομολογώντας και την ακούσια περιτομή του.

Αφού μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια τον ξεπροβόδισε ο γέροντάς του μετά δακρύων λέγων «μη δειλιάσης παντελώς τας απειλάς των τυράννων, μη διστάσεις εις τους σκεντζέδες και κολαστήρια των απίστων, αλλά ανδρίζου και υπόμενε, ίνα τελέσης τον δρόμον της αθλήσεως και να λάβης του μαρτυρίου τον στέφανον και όταν τη Αγία Τριάδι παρασταθής, ενθυμήσου και εμένα τον ταπεινόν».

Φεύγοντας από το Άγιον Όρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έβγαλε ευθύς φετουφάν από τον μουφτί και παίρνοντας τον πήγε στο νησί της Χάλκης στο μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου και μήνυσε την μητέρα του και ήλθε στο νησί της Χάλκης και της είπε «ιδού μητέρα μου ένα σταυρόν και μίαν εικόνα, και μερικά μου ρούχα για να τα έχεις για παρηγοριά σου» χωρίς όμως να της φανερώσει το σκοπό του (να μαρτυρήσει).

Ο πατέρας του τον τιμούσε πάρα πολύ και μάλιστα όταν τον είδε  καλόγερο, μάζεψε αρκετούς Αγαρηνούς, οι οποίοι άρπαξαν τον Μακάριο και τον έσυραν στο κριτήριο. Μέχρι να τον πάνε, αυτά που του έκαναν είναι ανεκδιήγητα. Αφού τον πήγαν σηκώθηκε ο πατέρας του και τον κατηγορούσε μπροστά στον κριτή, πως αλήθεια έγινε Τούρκος και ύστερα γύρισε στον Χριστιανισμό. Ο Άγιος δεν αποκρινόταν τίποτα παρά μόνο έβγαλε τον φετφά, που τον είχε από την Πόλη, και τον έδωσε στο κριτή. Ο κριτής διαβάζοντας τον φετφά προσποιήθηκε τάχα και έλεγε, ότι όταν και ένας από τους ασεβείς χωρίς να θέλει, έλθει στην πίστη μας, πρέπει να είναι ξένος της πίστεως μας και να διώκεται, διότι δεν έχει ανάγκη η θρησκεία τους από τοιούτους. Ο κριτής απέλυσε τον μάρτυρα δίδοντάς του την εξουσία να είναι πάλι χριστιανός, όπως και πρώτα και να μην εμποδίζεται από κανένα. Ο κριτής του είπε ότι δια τον φετφά  σου δεν σε πειράζω, μόνον φυλάξου από τους άλλους και μάλιστα από τον πατέρα σου, ο οποίος είναι εναντίον σου.

Μόλις τα’ άκουσαν αυτά ο πατέρας του Μακαρίου και όλοι οι άλλοι, εναντιώθηκαν τόσο, ώστε ο κριτής να μεταβάλλει την γνώμη του και αφού τον φόβισαν ότι δεν είναι προστάτης και υπέρμαχος της πίστης τους και  ότι αφήνει ατιμώρητους αυτούς που βρίζουν την πίστη τους. Ακούγοντας αυτά ο κριτής, θύμωσε και τότε άρχισε να βρίζει τον Άγιο Μακάριο με μεγάλη αγριότητα και αυθάδεια.

Ο Άγιος αφού απόρριψε κάθε φόβο, άρχισε να του αποκρίνεται λέγοντας « εγώ μήτε τα χαρίσματά σας θέλω, μήτε την εξουσίαν σας, μήτε σας ζήλεψα τίποτα εσάς εγώ, ω ασεβέστατοι! Δεν ήλθα στην πίστη σας με τη δική μου θέληση, αλλά εσείς με κάθε είδος τιμωρίας με περιτέμνατε. Ελάτε να βαπτισθείτε παρά του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της παναγίας λέω και αδιαιρέτου Τριάδος του μόνου αληθινού Θεού». Όταν τα άκουσε αυτά ο κριτής θύμωσε και πρόσταξε να βάλουν τον Άγιο φυλακή και να τον κρεμάσουν ψηλά, ώστε να πατούν μόνο τα άκρα των δακτύλων του, και έτσι τον βασάνιζαν επί σαράντα ημέρες και πήγαινε καθημερινά ο πατέρας του με άλλους και τον έδερναν άσπλαχνα. Αφού τελείωσαν όλα αυτά (επί σαράντα ημέρες) πρόσταξε ο Κριτής να φέρουν τον Άγιο μπροστά του και του λέγει «στοχάζομαι πλέον να εσωφρονίσθης από την τυραννία όπου έπαθες και αν θέλης να έλθης εις την πίστιν μας την αληθινήν, πάλιν ημείς σε δεχώμεθα» και ο Άγιος αποκρίθηκε και του είπε «είμαι έτοιμος και εις  την φυλακήν και εις τον θάνατον δια την αγάπην του Θεού μου, λοιπόν τι αργοπορείτε; Διότι από όλα τα αγαθά του κόσμου δεν έχω καλλήτερον, ωσάν να βασανισθώ δια τον Χριστόν μου» τότε ο κριτής πρόσταξε να πάρουν τον Άγιο να τον βάλουν στη φυλακή όπου βρισκόταν ένα πηγάδι ξηρό και βαθύ και να τον κρεμάσουν από τα πόδια με το κεφάλι κάτω και καθημερινά να τον δέρνουν και να τον τιμωρούν άσπλαχνα. Δεν άφησε όμως ο Θεός τον δούλο του χωρίς να στείλει βοήθεια εξ’ ουρανού, να πληροφορηθεί ο Άγιος ότι δέχθηκε την μετάνοιά του, πρώτα έγινε κτύπος μεγάλος και φόβος σ’ αυτούς που τον έδερναν και ύστερα ήλθε φως θεϊκό και έλαμψε υπέρ τον ήλιον και λύθηκε από εκεί που ήταν κρεμασμένος και ακλούθησαν ψαλμωδίες αγγελικές. Αυτό το θαύμα έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του κριτή και αμέσως έφεραν τον Άγιο ενώπιων του.

Ρωτούσε λοιπόν ο κριτής τι ήταν αυτός ο κτύπος, αυτό το φως και η μελωδία;

Ο Άγιος κινούμενος από θείο ζήλο έδειξε καθαρά, την αλήθεια της πίστεώς μας, όπου όσοι πιστεύουν σ’ αυτή κληρονομούν την Βασιλεία των ουρανών. Αφού τα άκουσε όλα αυτά, ο κριτής δεν είχε τι να πει. Ντροπιασμένος και μη έχοντας τι να πει, αποφάσισε να λιθοβολήσουν τον Άγιο και να κόψουν το κεφάλι του, στον τόπο που λέγεται Ιγραντί Κιουπρού γκιόκτερε κιόκ μεϊτάνι, και εκεί τον λιθοβόλησαν. Ο Άγιος έλεγε «Κύριε δέξαι το πνεύμα μου και μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» και ευθύς ο τζελάτης έκοψε το κεφάλι του. Ο Θεός για να δοξάσει τον Άγιο Μακάριο έστειλε ραγδαία βροχή και χαλάζι και αυτοί φεύγοντας φώναζαν «αληθινός ο υπό Μακαρίου κηρυχθείς Θεός και αληθής εστίν η των χριστιανών πίστις».

Τη νύχτα φάνηκε Θείο φως πάνω στο λείψανό του και αγγελικές μελωδίες ακούγονταν. Κάποιο από τους χριστιανούς αγόρασαν το λείψανο του Αγίου και το μοιράσθηκαν. Την αγία κάρα του Αγίου την έστειλαν στο Άγιον Όρος.

Η μητέρα του Αγίου, Θεοφιλίνα, όταν ο υιός της μαρτύρησε εκάρη καλόγρια μετονομασθείσα Θεονύμφη.