ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΟΥ, O ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ, ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΟΥ

Ο Άγιος Ευστάθιος έζησε στα χρόνια του μακρού και πολυθόρυβου αγώνα της εικονομαχίας. Από νέος βάδισε το δρόμο της ευσέβειας, στολισμένος με βαθειά και ένθερμη πίστη. Ήταν συγχρόνως και ακριβής τηρητής των εντολών, τις οποίες δεν γνώριζε μόνο αλλά και εφάρμοζε. Τη ζωντανή αυτή ευσέβειά του, καλλιέργησε ακόμα περισσότερο, όταν έγινε μοναχός και χειροτονήθηκε ιερέας. Η κοινή αναγνώριση των προτερημάτων αυτών, τον ανέβασε στην επισκοπή Κίου στη Βιθυνία. Στη νέα του αυτή διακονία, έδειξε περισσότερα ποιμαντικά χαρίσματα και εργάστηκε με μεγαλύτερη αφοσίωση στη φιλανθρωπική αποστολή του. Απέναντι στους εικονομάχους, ο ειρηνικός ποιμενάρχης φάνηκε δυναμικός και ακοίμητος φρουρός της Ορθοδοξίας. Ούτε πτοήθηκε, όταν είδε μπροστά του άγριο διωγμό. Φυλακίστηκε και στη συνέχεια εξορίστηκε. Αλλά από παντού συμμετείχε στην άμυνα της Ορθοδοξίας. Υπέμεινε δε απερίγραπτες στερήσεις πείνας, γυμνότητας και άλλων κακουχιών. Τελικά παρέδωσε το πνεύμα του στο Θεό, του οποίου έλαμψε πιστός και γνήσιος υπηρέτης, που προτίμησε τις ταλαιπωρίες και το θάνατο από την εγωιστική διατήρηση του αξιώματός του.

Άγιος Αθανάσιος ο Νεομάρτυρας

Ο Άγιος Αθανάσιος ήταν πλούσιος και ευσεβής δημογέροντας στην Κίο της Βιθυνίας. Ο Αθανάσιος, επειδή υπεράσπιζε τους συμπολίτες του από τη βαριά φορολογία των Τούρκων, συκοφαντήθηκε ότι δήθεν είπε, ότι θα γίνει μουσουλμάνος. Προσκλήθηκε από τις αρχές της βασιλεύουσας και πιέστηκε πολύ να προδώσει τη χριστιανική του πίστη, προκειμένου να σωθεί. Ο Αθανάσιος όμως δεν αρνήθηκε τον Χριστό και μετά από σκληρά βασανιστήρια φυλακίστηκε. Αλλά επειδή και πάλι έμενε αμετακίνητος στην πίστη του, τον αποκεφάλισαν στις 24 Ιουλίου 1670 στην Κωνσταντινούπολη. Βίο του Αγίου συνέγραψε ο Ιωάννης Καρυοφύλλης.  

ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

Εικόνα

Ο Οσιομάρτυρας Ιγνάτιος, ο μέγας της Οικουμένης ο φωστήρας, ανέτειλεν ως άλλος ήλιος από την ανατολή, από την περιώνυμη πόλη Κίο, η οποία αυτή πόλη είναι παλαιά, ελληνική, των Ιώνων αποικία …

Ο Οσιομάρτυρας Ιγνάτιος γεννήθηκε στην Κίο από γονείς ευσεβείς, ενάρετους και φιλόθεους. Ο Όσιος Ιγνάτιος διδάχθηκε από τους γονείς του την αρετή αλλά και από τους δασκάλους του, την Θεόπνευστη γραφή και το ιερό Ευαγγέλιο.

Ο Όσιος ως φρόνιμος νέος στοχάσθηκε ν’ αρνηθεί τον κόσμο και να φορέσει το αγγελικό σχήμα, αλλά η σχέση και η αγάπη των γονέων του και η μεγάλη υπακοή όπου είχε προς αυτούς, τον τραβούσαν πίσω, έως ότου πέθαναν οι γονείς του. Αφού αναπαύθηκαν εν Κυρίω, τότε ο Άγιος βρίσκοντας ευκαιρία πωλεί όλα του τα υποστατικά κα όσα χρήματα έλαβε, τα έδωσε όλα ελεημοσύνη στους φτωχούς, χήρες και ορφανά και μόνο για τρεις ημέρες κράτησε ζωοτροφίαν και ευθύς πήγε εις τον Όλυμπο της Βιθυνίας.

Εκεί ο Άγιος Ιγνάτιος βρήκε το μοναστήρι του Αγίου Αυξεντίου και αμέσως ο τότε ηγούμενος, τον ένδυσε το μέγα και άγιον αγγελικό σχήμα γνωρίζοντας εκ Πνεύματος Αγίου, ότι θα γινόταν σκεύος εκλογής κατά τον μέγα Παύλο και να ομολογήσει το όνομα του Χριστού ενώπιον βασιλέων και τυράννων. Ποιος είναι σε θέση να καταγράψει τις αρετές του και τα μεγάλα κατορθώματα, την άκρα ταπείνωση, τις υπεράνθρωπες νηστείες, αγρυπνίες, αδιάλειπτες προσευχές, τα από κατάνυξη εκχεόμενα (ποταμηδόν) δάκρυα και την μέχρι θανάτου υπακοήν, τους άπειρους πειρασμούς του διαβόλου, της σάρκας τα άτακτα σκιρτήματα και την ματαιότητα του κόσμου.

Ο Άγιος Ιγνάτιος «αρματώθηκε» με την «μάχαιραν του Παναγίου Πνεύματος», δηλαδή τον ζωντανολόγο για να νικήσει τις αρχές και εξουσίες, τους κοσμοκράτορες του σκότους, τα πνεύματα δηλαδή όλα της πονηρίας. Ο Άγιος επιθυμούσε να μαρτυρήσει υπέρ του ονόματος του Χριστού και πάντοτε προσευχόταν στο Θεό με θερμά δάκρυα να αξιωθεί μαρτυρικού τέλους και έλεγε «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι». Είχε τόσο θείο έρωτα ώστε έφθασε σ’ ένα ενθουσιασμό να εξομολογηθεί στον ηγούμενο και πνευματικό του πατέρα ότι επιθυμεί το μαρτυρικό τέλος. Ο ηγούμενος τον εμπόδιζε λέγοντας, «ότι πολλές είναι οι παγίδες του διαβόλου και πρόσεχε παιδί μου καλώς, ότι το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σάρκα ασθενής». Ο Άγιος ακόμη περισσότερο γινόταν ζηλωτής και αποφάσισε να γίνει μιμητής του πάθους του Χριστού, ο οποίος τον αξίωσε να έχει τέλος μαρτυρικό.

Ο Άγιος Ιγνάτιος και οι Εικονομάχοι

Όταν άρχισε ο πόλεμος κατά τω Αγίων εικόνων και εξορίζονταν όσοι τιμούσαν τις ιερές εικόνες (επί Λέοντος Γ’ του Ισαύρου), του Αγίου σφάδαζε και καιγόταν η καρδιά του από τον θείο έρωτα και έλεγε «ιδού καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού η μέρα σωτηρίος, ιδού καιρός αρμόδιος να μαρτυρήσω υπέρ του ονόματος του Χριστού και Θεού μου, δια τας αγίας και πανσέπτους εικόνας, ας σφαγώ, ας πνιγώ, ας θυσιάσω την ζωή μου, εμπί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος».

Έτσι αφήνει τον ησυχαστικό βίο και την ασκητική ζωή, έρχεται στην πατρίδα  του την Κίο και ανταμώνεται με τον αγιώτατον και σοφώτατον επίσκοπον Κίου κύριον Ευστάθιον, άνθρωπο ενάρετο, σοφότατο και διδακτικότατο, πλήρη Πνεύματος Αγίου. Ο Άγιος συναναστράφηκε με τον Άγιο Ευστάθιο και διδάχθηκε απ’ αυτόν τα μεγάλα και υπερφυή μυστήρια της θεολογίας, και άλλα απόρρητα έμαθε από τον Ευστάθιον, ώστε αποφάσισαν και οι δύο να θανατωθούν για τις άγιες εικόνες και να φυλάξουν ακίβδηλη και απαραμείωτη την πατροπαράδοτη πίστη.

Στη συνέχεια ο Άγιο Ευστάθιος έλεγξε τον τύραννο και έφερε αποδείξεις και μαρτυρίες από την θεόπνευστη γραφή, από το ιερόν Ευαγγέλιο και από τις παραδόσεις των Θεοκηρύκτων Αποστόλων ώστε τον έκανε αναπολόγητο.

Ο Άγιος Ιγνάτιος έμεινε στην πατρίδα του την Κίο, νηστεύοντας, αγρυπνών και προσευχόμενος. Κάθε μέρα μεταλάμβανε τα άχραντα μυστήρια, την αθάνατη τροφή της ψυχής για να ενδυναμωθεί πνευματικώς. Αφού δυναμώθηκε πνευματικά πήγε στο Βυζάντιο και παρουσιάσθηκε στον τύραννο Λέοντα κηρύττοντας την αγγελική αλήθεια. Ο Άγιος Ιγνάτιος αφού είπε στον τύραννο όλη την διδασκαλία για τις εικόνες βγάζει παρευθύς μια εικόνα του Σωτήρος Χριστού όπου είχε εγκόλπιο και την ασπαζόταν λέγων «ει τις την εικόνα του Χριστού, και της Θεοτόκου, και των αγίων πάντων δεν προσκυνά σχετικώς είη της αιωνίω αναθέματι». Ο ασεβής Λέων έγινε παράφρονας από τον θυμό του, και προστάζει παρευθύς τους δημίους και τον δέρνουν τόσο σκληρά και απάνθρωπα, ώστε η γη κοκκίνησε από το αίμα του Αγίου. Ο Άγιος χαιρόταν αγαλλόμενος σαν να ήταν  καμία πανήγυρις  και έλεγε «Δόξα σοι Κύριε ο Θεός  μου, ότι ηξίωσάς με ατιμασθήναι υπέρ του ονοματός σου και υπέρ των αγίων εικόνων σου». Έτσι όπως ήταν ο Άγιος ανεπιμέλητος τον έριξαν στην φυλακή και την νύκτα εμφανίζεται ο Δεσπότης Χριστός και του δίνει θάρρος λέγων «μετά σου ειμί, θάρσει, μη φοβού από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων τι ποιήσαι» και βρέθηκε υγιής ο Άγιος. Έμεινε στη φυλακή άσιτος και άποτος σαράντα ημέρες, μόνος με τη θεία χάρη να τον δυναμώνει. Μετά απ’ όλα αυτά του λέγει ο τύραννος «άραγε, ω Ιγνάτιε, εσωφρονίσθης από τας τιμωρίας όπου έλαβες ή μένεις πάλιν εις την πρώτη ισχυρογνωμίαν, και άτεκτον γνώμην σου»; Ο Άγιος με Θαρραλέο φρόνημα και ανδρεία γνώμη είπε προς τον τύραννο «ω βασιλεύ, βέλη νηπίων ελογίσθησαν αι πληγαί σου, όποιον μεγαλύτερον κακόν, ή τιμωρίαν έχεις να κάμης εις εμένα κάμε την, εγώ παντελώς δεν σε φοβούμαι».

Τότε ο Λέων βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον εξόρισε σε ένα ερημονήσι πετρώδες αναμεταξύ Μυτιλήνης και Τενέδου, να μην έχει καμία ανθρώπινη βοήθεια, να αποθάνει από την μεγάλη κακοπάθεια και έλλειψη των αναγκαίων αλλά ο άγιος δοξάζων και ευλογών τον Θεόν, και περιφέρων τα στίγματα του Χριστού στο σώμα του έμεινε εκεί τρεφόμενος με τα άγρια χόρτα της γης, η δε θεία δίκη, δεν πέρασε πολύς καιρός, και τιμώρησε τον Λεόντα και τον έπιασε μια συστροφή εντέρων και τόση σφοδρότατη δυσεντερία, ώστε του σάπησαν όλα του τα έντερα. Έτσι βρήκε φρικτό θάνατο. Μετά από τον Λέοντα έγινε βασιλιάς ο υιός του Κων/νος ο Κοπρώνυμος. Ο Κων/νος ο Κοπρώνυμος πρόσταξε όσοι εξορίσθηκαν από τον πατέρα του Λέοντα να παραμείνουν στην εξορία. Έτσι ο Άγιος Ιγνάτιος έμεινε σ’ εκείνο το ερημονήσι χωρίς ανθρώπινη βοήθεια, μόνος με το Θεό. Ο Θεός φώτισε κάποιους ψαράδες όπου πήγαιναν εκεί να ψαρέψουν και γνώρισαν τον Άγιο και του έφερναν παξιμάδια και νερό, διότι ούτε νερό δεν υπήρχε εκεί. Ο Άγιος σ’ αυτό το ερημονήσι από την πολλή κακοπάθεια και από το γήρας ατόνησε και γνώρισε το τέλος της ζωής του και αφού κάλεσε τους ψαράδες τους είπε να φέρουν ένα ιερέα να τον μεταλάβει τα άχραντα μυστήρια, το τίμιο και πανάγιο σώμα του Δεσπότου Χριστού. Οι ψαράδες αμέσως έφεραν ιερέα και τον μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια και μετά από λίγη ώρα είπε «Κύριε εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», εκοιμήθη εν Κυρίω την 8η Οκτωβρίου.

Τον Άγιο του λείψανο το ενταφίασαν ο ιερεύς και οι ψαράδες στον τόπο όπου ασκήτευε ο Άγιος. Κάθε νύχτα οι ψαράδες έβλεπαν ένα ουράνιο φως επάνω στον τάφο του Αγίου. Μετά από καιρό δύο Κιώτες συμπολίτες συγγενείς και φίλοι άκουσαν για την κοίμησή του και πήγαν να πάρουν κανένα μέρος των λειψάνων του δια αγιασμόν της πατρίδος τους. Όταν πήγαν βρήκαν και άλλους χριστιανούς να διαμερίζουν τα άγια λείψανα του Αγίου Ιγνατίου και πήραν και αυτοί τον δεξιό κάλαμο του χεριού με πολλή χαρά να το πάνε στην Κίο.

Κατά την διάρκεια του ταξιδιού έγινε φουρτούνα μεγάλη και αυτοί απελπισμένοι φώναζαν «Άγιε Ιγνάτιε βοήθησον ημίν» και φάνηκε ο Άγιος στην πρύμνη του καϊκιού βαστώντας την εικόνα του Χριστού και είπε προς αυτούς «θαρσείτε, μη φοβείσθε, εγώ ειμί μεθ’ ημών» και ευθύς έπαυσε η φουρτούνα και έγινε γαλήνη μεγάλη και έφθασαν στην Κίο χαρούμενοι.

Αυτοί οι δύο έκρυψαν αυτόν τον θησαυρό σ’ ένα παραθαλάσσιο μαγαζί όπου τώρα είναι ο πάνσεπτος ναός του. Μόλις πέθανε ο Κοπρώνυμος έκτισαν αυτό το μαγαζί πάνσεπτο ναό και έβαλαν εκεί τον πολυτίμητο θησαυρό, ο οποίος πηγάζει ιάματα σ’ αυτούς που προστρέχουν με πίστη και πόθο θερμό, ιατρεύει διάφορα πάθη ανίατα και παύει λοιμικές νόσους.

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ

Αυτός, ο όσιος πατέρας μας Μακάριος, πατρίδα είχε την Κίο της Βιθυνίας και γονείς του ήταν οι ευσεβείς Πέτρος και Θεοφιλίνα. Μη έχοντες τα προς το ζην οι γονείς του Μανουήλ (βαπτιστικό όνομα του Αγίου) αποφάσισαν να τον βάλουν να μάθει καμία τέχνη, ώστε να απολαμβάνουν κάποια μικρή βοήθεια. Τον έμαθαν λοιπόν ραπτική και ο Άγιος πρόκοβε.

Ο πατέρας του πηγαίνοντας στην Προύσα αρνήθηκε τον Χριστό. Από εκείνη τη στιγμή που αλλαξμοπίστησε ο πατέρας του Μανουήλ προσπαθούσε να αλλαξοπιστήσει και τον υιό του. Κάποια μέρα πηγαίνοντας ο Μανουήλ στην Προύσα να αγοράσει τα αναγκαία για την τέχνη του, τον βρήκε ο ασεβέστατος πατέρας του και έψαχνε με πολλούς τρόπους να τον απατήσει για χάρη των συμπεπλανημένων ομοπίστων του ή θέλοντας να τον ρίξει στον βόθρος της απωλείας εις τον οποίο έπεσε και αυτός ο ανόητος.

Παρακαλούσε τον Μανουήλ και έλεγε « άκουσέ με, παιδί μου και έλα στον δρόμο όπου εγώ περπατώ για να τιμηθείς και να λάβεις εξουσία από την βασιλεία μας», τότε ο Μανουήλ αποκρίθηκε «ποτέ να μην σε ακούσω σ’ αυτό, πολλοί άνθρωποι είναι σαν εμένα, πατέρας μου είσαι, ναι, σε προσκυνώ, όμως σ’ αυτό δεν κάνω το θέλημά σου ποτέ μου».

Ο πατέρας βλέποντας ότι δεν τον άκουσε ο υιός του, πήγε και τον πρόδωσε στον ηγεμόνα της Προύσας, και ευθύς έτρεξαν συκοφάντες και ψευδομάρτυρες και τον κατηγορούσαν (τον Μανουήλ) πως τάχα υποσχέθηκε να αρνηθεί το Χριστό και να αλλαξοπιστήσει. Βλέποντες το αμετάθετο της γνώμης του, αφού τον χτυπούσαν, του έκαναν περιτομή και τον ένδυσαν φορέματα πράσινα και αφέντες. Ο αληθής δούλος του Χριστού παρ’ όλα αυτά δεν δέχθηκε την θρησκεία τους και βρήκε καιρό και άλλαξε τα φορέματά του και έφυγε εις το Αγιώνυμο Όρος Άθωνος, όπου εκεί εκάρη καλόγερος και μετονομάσθηκε Μακάριος.

Ο Μακάριος περνούσε την ζωή του με πολλή σκληραγωγία και άσκηση, την δε αγία και μεγάλη τεσσαρακοστή πήγε σ’ ένα πνευματικό και εξομολογήθηκε καθαρά όλες του τις αμαρτίες ομολογώντας και την ακούσια περιτομή του.

Αφού μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια τον ξεπροβόδισε ο γέροντάς του μετά δακρύων λέγων «μη δειλιάσης παντελώς τας απειλάς των τυράννων, μη διστάσεις εις τους σκεντζέδες και κολαστήρια των απίστων, αλλά ανδρίζου και υπόμενε, ίνα τελέσης τον δρόμον της αθλήσεως και να λάβης του μαρτυρίου τον στέφανον και όταν τη Αγία Τριάδι παρασταθής, ενθυμήσου και εμένα τον ταπεινόν».

Φεύγοντας από το Άγιον Όρος πήγε στην Κωνσταντινούπολη και έβγαλε ευθύς φετουφάν από τον μουφτί και παίρνοντας τον πήγε στο νησί της Χάλκης στο μοναστήρι της Υπεραγίας Θεοτόκου και μήνυσε την μητέρα του και ήλθε στο νησί της Χάλκης και της είπε «ιδού μητέρα μου ένα σταυρόν και μίαν εικόνα, και μερικά μου ρούχα για να τα έχεις για παρηγοριά σου» χωρίς όμως να της φανερώσει το σκοπό του (να μαρτυρήσει).

Ο πατέρας του τον τιμούσε πάρα πολύ και μάλιστα όταν τον είδε  καλόγερο, μάζεψε αρκετούς Αγαρηνούς, οι οποίοι άρπαξαν τον Μακάριο και τον έσυραν στο κριτήριο. Μέχρι να τον πάνε, αυτά που του έκαναν είναι ανεκδιήγητα. Αφού τον πήγαν σηκώθηκε ο πατέρας του και τον κατηγορούσε μπροστά στον κριτή, πως αλήθεια έγινε Τούρκος και ύστερα γύρισε στον Χριστιανισμό. Ο Άγιος δεν αποκρινόταν τίποτα παρά μόνο έβγαλε τον φετφά, που τον είχε από την Πόλη, και τον έδωσε στο κριτή. Ο κριτής διαβάζοντας τον φετφά προσποιήθηκε τάχα και έλεγε, ότι όταν και ένας από τους ασεβείς χωρίς να θέλει, έλθει στην πίστη μας, πρέπει να είναι ξένος της πίστεως μας και να διώκεται, διότι δεν έχει ανάγκη η θρησκεία τους από τοιούτους. Ο κριτής απέλυσε τον μάρτυρα δίδοντάς του την εξουσία να είναι πάλι χριστιανός, όπως και πρώτα και να μην εμποδίζεται από κανένα. Ο κριτής του είπε ότι δια τον φετφά  σου δεν σε πειράζω, μόνον φυλάξου από τους άλλους και μάλιστα από τον πατέρα σου, ο οποίος είναι εναντίον σου.

Μόλις τα’ άκουσαν αυτά ο πατέρας του Μακαρίου και όλοι οι άλλοι, εναντιώθηκαν τόσο, ώστε ο κριτής να μεταβάλλει την γνώμη του και αφού τον φόβισαν ότι δεν είναι προστάτης και υπέρμαχος της πίστης τους και  ότι αφήνει ατιμώρητους αυτούς που βρίζουν την πίστη τους. Ακούγοντας αυτά ο κριτής, θύμωσε και τότε άρχισε να βρίζει τον Άγιο Μακάριο με μεγάλη αγριότητα και αυθάδεια.

Ο Άγιος αφού απόρριψε κάθε φόβο, άρχισε να του αποκρίνεται λέγοντας « εγώ μήτε τα χαρίσματά σας θέλω, μήτε την εξουσίαν σας, μήτε σας ζήλεψα τίποτα εσάς εγώ, ω ασεβέστατοι! Δεν ήλθα στην πίστη σας με τη δική μου θέληση, αλλά εσείς με κάθε είδος τιμωρίας με περιτέμνατε. Ελάτε να βαπτισθείτε παρά του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της παναγίας λέω και αδιαιρέτου Τριάδος του μόνου αληθινού Θεού». Όταν τα άκουσε αυτά ο κριτής θύμωσε και πρόσταξε να βάλουν τον Άγιο φυλακή και να τον κρεμάσουν ψηλά, ώστε να πατούν μόνο τα άκρα των δακτύλων του, και έτσι τον βασάνιζαν επί σαράντα ημέρες και πήγαινε καθημερινά ο πατέρας του με άλλους και τον έδερναν άσπλαχνα. Αφού τελείωσαν όλα αυτά (επί σαράντα ημέρες) πρόσταξε ο Κριτής να φέρουν τον Άγιο μπροστά του και του λέγει «στοχάζομαι πλέον να εσωφρονίσθης από την τυραννία όπου έπαθες και αν θέλης να έλθης εις την πίστιν μας την αληθινήν, πάλιν ημείς σε δεχώμεθα» και ο Άγιος αποκρίθηκε και του είπε «είμαι έτοιμος και εις  την φυλακήν και εις τον θάνατον δια την αγάπην του Θεού μου, λοιπόν τι αργοπορείτε; Διότι από όλα τα αγαθά του κόσμου δεν έχω καλλήτερον, ωσάν να βασανισθώ δια τον Χριστόν μου» τότε ο κριτής πρόσταξε να πάρουν τον Άγιο να τον βάλουν στη φυλακή όπου βρισκόταν ένα πηγάδι ξηρό και βαθύ και να τον κρεμάσουν από τα πόδια με το κεφάλι κάτω και καθημερινά να τον δέρνουν και να τον τιμωρούν άσπλαχνα. Δεν άφησε όμως ο Θεός τον δούλο του χωρίς να στείλει βοήθεια εξ’ ουρανού, να πληροφορηθεί ο Άγιος ότι δέχθηκε την μετάνοιά του, πρώτα έγινε κτύπος μεγάλος και φόβος σ’ αυτούς που τον έδερναν και ύστερα ήλθε φως θεϊκό και έλαμψε υπέρ τον ήλιον και λύθηκε από εκεί που ήταν κρεμασμένος και ακλούθησαν ψαλμωδίες αγγελικές. Αυτό το θαύμα έφτασε μέχρι τ’ αυτιά του κριτή και αμέσως έφεραν τον Άγιο ενώπιων του.

Ρωτούσε λοιπόν ο κριτής τι ήταν αυτός ο κτύπος, αυτό το φως και η μελωδία;

Ο Άγιος κινούμενος από θείο ζήλο έδειξε καθαρά, την αλήθεια της πίστεώς μας, όπου όσοι πιστεύουν σ’ αυτή κληρονομούν την Βασιλεία των ουρανών. Αφού τα άκουσε όλα αυτά, ο κριτής δεν είχε τι να πει. Ντροπιασμένος και μη έχοντας τι να πει, αποφάσισε να λιθοβολήσουν τον Άγιο και να κόψουν το κεφάλι του, στον τόπο που λέγεται Ιγραντί Κιουπρού γκιόκτερε κιόκ μεϊτάνι, και εκεί τον λιθοβόλησαν. Ο Άγιος έλεγε «Κύριε δέξαι το πνεύμα μου και μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» και ευθύς ο τζελάτης έκοψε το κεφάλι του. Ο Θεός για να δοξάσει τον Άγιο Μακάριο έστειλε ραγδαία βροχή και χαλάζι και αυτοί φεύγοντας φώναζαν «αληθινός ο υπό Μακαρίου κηρυχθείς Θεός και αληθής εστίν η των χριστιανών πίστις».

Τη νύχτα φάνηκε Θείο φως πάνω στο λείψανό του και αγγελικές μελωδίες ακούγονταν. Κάποιο από τους χριστιανούς αγόρασαν το λείψανο του Αγίου και το μοιράσθηκαν. Την αγία κάρα του Αγίου την έστειλαν στο Άγιον Όρος.

Η μητέρα του Αγίου, Θεοφιλίνα, όταν ο υιός της μαρτύρησε εκάρη καλόγρια μετονομασθείσα Θεονύμφη.